.
Bλέπεις σπίτια θεόρατα
γιγάντιους μαγνήτες
βιαστικούς ανθρώπους
όμορφα πολύχρωμα ρούχα, σκιστό μέταλλο
όταν θα έρθω να σε συναντήσω
θα νιώθεις την ελπίδα και την ξενοιασιά
θα θυμάσαι εμένα, ως κάτι αόριστο που σε κατέχει
θα νιώθεις τη μορφή μου σαν ένα δαχτυλίδι από φως
που θα ’ρχεται κατά πάνω σου
ενδεχομένως και να μην γνωρίζεις το αληθινό σου σπίτι
αναπνέεις, αδιαφορώντας για το που σε οδηγεί το ταξίδι σου
ένας άγρυπνος κυνηγός, ανελέητος
ενδεχομένως και να μην γνωρίζεις το αληθινό σου σπίτι
είσαι ο ογκόλιθος που ομιλεί με την παρουσία του
αθώα ονειρέματα των παιδιών του κάμπου
γρανιτένιο, μαύρο φτερό ζητά να σβήσει
το μαργαριτάρι της μήτρας
για να τους εγγράψει έπειτα επάνω σε τρεμάμενα
διψασμένα σύννεφα
σκόνη―
κι εσένα θα σε σημαδέψει το πλήρωμα του χρόνου
και τότε θ’ αντιληφθείς
ότι το σκουριασμένο, συφιλιδικό κέρας της ενοχής
είναι το βραχιόλι που αγόρασες
.
.
φέρνεις το βράδυ, είσαι το τέλος μιας κοπιαστικής ημέρας
οι αξίες
των τεφροδόχων
κι οι φωνές
το βουητό, οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου
σβήνουν πάνω στο πτερύγιό σου
.
δεν υπάρχει διαφυγή χωρίς το νερό
Αν θέλεις, μπορείς να θυμηθείς το ποίημα στο οποίο αναφέρεται το συγκεκριμένο κείμενο, κάνοντας
