Σ’ αυτό το κείμενο όμως, αντί να εμβαθύνουμε κοιτώντας το σύνολο από ψηλά, λες κι εποπτεύουμε τη θάλασσα κινούμενοι μ’ ένα αερόπλοιο, αντ’ αυτού θα ήθελα να εστιάσουμε σε κάτι πιο συγκεκριμένο: Εσύ τα γέννησες καρτερικά όλα νοσώντας μέσα στο χρόνο, θα ήθελα να εστιάσουμε…στη γέννηση, η οποία είναι το αποκορύφωμα της ζωής― γίνεται να είναι η γέννηση μια νόσηση; Αυτή είναι φυσικά μια ερώτηση γεμάτη πρόκληση κι επειδή το πεδίο είναι πολύ ασταθές εδώ, νομίζω πρέπει πρώτα να ορίσουμε ένα κατάλληλο επίπεδο αναφοράς. Γιατί στις γενικού περιεχομένου ερωτήσεις, από διαφορετικά επίπεδα αναφοράς προκύπτουν διαφορετικές απαντήσεις, οπότε για να φτάσει κανείς στην πιο κατάλληλη από αυτές, η οποία δε θα είναι απαραίτητα και η μόνη με τα εχέγγυα της αλήθειας, θα πρέπει να ορίσει πρώτα το κατάλληλο επίπεδο. Αυτό είναι πολύ εύκολο να το καταλάβουμε μ’ ένα παράδειγμα: Αν θέσουμε την ερώτηση αν κάποιος είναι ψηλός ή όχι και ορίσουμε ως επίπεδο αναφοράς το διάστημα που είναι τεράστιο, τότε η απάντηση στην ερώτησή μας είναι ότι πρόκειται για κάποιον που είναι μικροσκοπικός και θα πρόκειται για αλήθεια. Αν όμως ως επίπεδο αναφοράς οριστεί η οικογένεια ή η γειτονιά ή η πόλη, τότε αυτός για τον οποίο ρωτάμε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμη και ψηλός και πάλι θα πρόκειται για αλήθεια. Έχει νόημα όμως να συγκρίνεσαι με το διάστημα; Κάπως έτσι νομίζω συμβαίνει και με το θέμα μας, της νοσηρότητας και της γέννησης. Αν παραμείνουμε στο επίπεδο του ανθρώπου, τότε η απάντηση είναι απλή, η γέννηση είναι ότι πιο όμορφο υπάρχει! Αν όμως η διερώτηση γίνει όχι με όρους οντολογικούς αλλά φυσικής αναγκαιότητας και ως επίπεδό μας οριστεί το καλό του πλανήτη μας, τότε πιθανόν να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η γέννηση είναι κάτι υπερβατικά όμορφο, όμως ένας έλεγχος των γεννήσεων είναι θεμιτός, για να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι που απορρέουν από την ανεξέλεγκτη αύξηση του πληθυσμού της ανθρωπότητας… Συνεπώς συχνά η συζήτηση με το κρίσιμο διακύβευμα είναι αυτή της τοποθέτησης του κατάλληλου πλαισίου της συζήτησης, το οποίο με τη σειρά του μπορεί να τεθεί σωστά όταν έχει ξεκαθαριστεί ποια είναι η χρησιμότητα του ζητούμενου, που κι αυτό όμως δεν είναι εύκολο να βρεθεί, χρειάζεται και πάλι ανάλυση, εμβάθυνση και συχνά ειλικρίνεια με τον εαυτό μας.
Άρα τι λέμε, είναι ανώφελη η θεωρητική αναζήτηση της αλήθειας;
Σωστά όλα αυτά, αλλά εγώ θα ήθελα να κοιτάξω και λίγο πάνω από το αερόπλοιο… Μη με κατηγορείτε για άσκοπους ακροβατισμούς. Θέλω να δω λίγο και τη γενική εικόνα κι ας είναι κι αχρείαστη! Ναι, εγώ είμαι σ’ αυτό το τραίνο. Ανέβα! Στο αερόπλοιο-τραίνο δεν έχω δικαίωμα να συναντηθώ με αυτόν που με χειραγωγεί; Ας αμαρτήσουμε για μια στιγμή. Είναι υπέροχο να χαρίζεις ζωή, η γέννηση δεν είναι νόσηση, το πολύ να χρειάζεται να την περιορίσουμε λίγο― ναι, ας αμαρτήσουμε μια στιγμή, Πέφτει ένα σεντόνι τώρα, ας αμαρτήσουμε, μια αχλή αντιφατική που έρχεται και φεύγει, που ξύνει το μεταξένιο σάλι της στ’ ορυκτό μας μυαλό…
Ανέβα!
Ανεβήκαμε. Είμαστε μακριά. Πολύ μακριά τώρα. Σβήστε ότι σκέφτεστε. Φανταστείτε μιαν άχρονη κατάσταση, όπου δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά μια μονάδα, αυτάρκης και απεριόριστη στην ύπαρξή της. Συμπυκνώνουμε την τύχη μας και παρά το γεγονός ότι δεν νομιμοποιούμαστε να παρατηρούμε τη μονάδα, αφού όταν υπάρχει μόνο αυτή δε γίνεται να υπάρχουμε κι εμείς μαζί της για να την παρατηρούμε, εμείς όμως είμαστε κάπου αλλού, αργότερα και απλώς διαβάζουμε αυτά που έχουν συμβεί. Η μονάδα αυτή τα περιέχει όλα και είναι όλα. Κάπως συμβαίνει όμως και για κάποιο λόγο ή και για κανένα λόγο και από τη μονάδα διαρρέει, γεννιέται δηλαδή, ένα πανομοιότυπο, παρόμοιο άλλο εγώ. Σκεφτείτε πόσα πολλά χάνει η μονάδα τώρα, πόσα πολλά παύει να είναι.
Από αυτή την εξέλιξη προκύπτουν ενδιαφέρουσες συνέπειες καθώς αρχίζουν να σχηματίζονται οι θεμελιώδεις έννοιες, ο χώρος πρώτα απ’ όλα, αφού υπάρχουν δύο μονάδες τώρα και καταλαμβάνει η καθεμιά τους μια πεπερασμένη έκταση, ο χρόνος, ως ιστορία που συντελέστηκε αλλά και ως κίνηση, ως εξέλιξη προς το μέλλον, στην πραγματικότητα η ίδια η έννοια του μέλλοντος σχηματίζεται τώρα― κοντολογίς αρχίζουν σιγά σιγά να εμφανίζονται τα στοιχεία που συνθέτουν τον κόσμο μας. Όλα αυτά που προκύπτουν όμως με τη γέννηση του δεύτερου εγώ, αναπτύσσονται εις βάρος της άχρονης, άφατης, απεριόριστης, υπέρτατης κ.λπ., κ.λπ. κατάστασης της αρχικής μονάδας― ίσως αυτό ακριβώς συμβαίνει μέσα από τη γέννηση, η μονάδα από τη συνθήκη της κατάστασης καταπίπτει στην συνθήκη της ύπαρξης. Δύσκολο να πεις αν αυτό είναι νοσηρό ή όχι, πάντως για τη μονάδα είναι μάλλον μια υποβάθμιση και για να είναι υποβάθμιση ίσως και να νόσησε πράγματι, γιατί μέσα από μια αλληλουχία γεγονότων προέκυψε ένας περιορισμός της, μια υποχώρηση αυτών επί των οποίων λογίζονταν κυρίαρχη, οπότε δεν είναι παράλογο να υποθέσεις πως κάποιου είδους νόσηση προηγήθηκε αυτής της απώλειας. Φυσικά ιχνηλατούμε τον πολύ μεγαλύτερο από εμάς ορίζοντα της μονάδος, χρησιμοποιώντας λέξεις πολύ περιοριστικές, λέξεις που στην πραγματικότητα προκαθορίζουν το ίδιο μας το συμπέρασμα, αφού δημιουργούν ένα διάδρομο σκέψης εντός του οποίου θα αποφανθούμε, «λογίζονταν», «υποθέσεις», «παράλογο», «υποβάθμιση», «κυρίαρχη». Γιατί βέβαια μόνο έτσι είναι εύκολο ο άνθρωπος να κατανοήσει τα πράγματα, μόνο έτσι μπορεί να τα φανταστεί. Σίγουρα το περιορισμένο οπτικό πεδίο του ανθρώπου και οι αντανακλάσεις της σπηλιάς του Πλάτωνα, τον καταδικάζουν σε σύγχυση. Δεν υπάρχει κατάλληλος διάδρομος σκέψης. Όταν όμως η δίψα ή και το θράσος της σκέψης οδηγεί τον άνθρωπο σε άγνωστα μονοπάτια, επειδή εκεί τα νερά είναι αχαρτογράφητα, το τρικ με το επίπεδο αναφοράς είναι αδύνατον να εφαρμοστεί κι έτσι οι πνευματικές δυνάμεις καθίστανται προβληματικές και αποδίδουν σ’ αυτό που ερευνάται, αφηρημένα και αλληλοσυγκρουόμενα χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό νομίζω, όταν η συζήτηση αφορά τις απαρχές, χρειάζεται η βοήθεια και μιας άλλης ικανότητας του ανθρώπου, της φαντασίας του, ένα είδος διαίσθησης, ώστε να μπορέσει να προχωρήσει λίγο παραπάνω, από εκεί που υπό κανονικές συνθήκες μπορεί να κοιτάξει. Η διαίσθηση όμως επειδή είναι κάτι αέρινο, για να μπορέσουν οι προτάσεις της να λειτουργήσουν σ’ ένα σύνολο, χρειάζεται να συνεχίσει να συνεργάζεται με το πιο συγκροτημένο κομμάτι της νόησης του ανθρώπου, που είναι η λογική του. Ξέρω, θα με κατηγορήσετε ότι έβαλα στη φαντασία χωροφύλακα τη λογική, αν το επεκτείνει κάποιος, μπορεί ακόμη και να πει «μια με τον αστυφύλαξ και μια με τον χωροφύλαξ», είναι όμως μια πολύ λεπτή και απαιτητική συμπόρευση… Ίσως λοιπόν να είναι στο σωστό μήκος κύματος η ιδέα, ότι μέσω της γέννησης η μονάδα από τη συνθήκη της κατάστασης καταπίπτει σε αυτήν της ύπαρξης και γίνεται έτσι πεπερασμένη και παρατηρήσιμη. Μέσω της παρατήρησης η μονάδα καθορίζεται στο χώρο και τον χρόνο, παύοντας να είναι μια απειρία εν δυνάμει δυνατοτήτων.
Εφόσον όμως η μονάδα βγαίνει από την αιώνια κατάστασή της της ακινησίας και αυτοπεριορίζεται διαιρούμενη, χρειάζεται να έχει υποστεί κάποιο είδος διάβρωσης, κάποιο είδος νόσησης θα πρέπει να έχει συμβεί, κάτι σαν ένα σκουλήκι που θα μιάνει το ομοιόμορφο, τέλεια τεντωμένο πεδίο, ώστε αυτό να χάσει την ισορροπία του και από αυτό να διαρρεύσει τελικά ο κόσμος μας και να ξεκινήσει το ρολόι να χτυπάει, τικ τακ, τικ τακ― αυτή είναι η γένεση, τι όμορφα, ελάτε όμως και στη θέση της μονάδας που ξυπνάει άρον άρον και τη στιγμή που για πρώτη φορά αντιλαμβάνεται τον εαυτό της, αφού πριν ήταν απλώς σε μια κατάσταση απειρίας-εν-δυνάμει-δυνατοτήτων― ξυπνάει, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και στα μάτια του μικρόσωμου «άλλου» που την κοιτάζει από απέναντι, συνειδητοποιεί ξαφνικά ότι έχει όρια, ότι είναι μια πεπερασμένη ύπαρξη, ο χρόνος ξεκίνησε να τρέχει όμως και εφόσον υπάρχει χρόνος υπάρχουν συμβάντα, υπάρχουν ανάγκες, υπάρχει ανισορροπία, υπάρχει διαπάλη ανάμεσα στους δυο, στους τέσσερις, στους οκτώ, στους δεκάξι, στους δεκάδες, στους χιλιάδες άλλους που υπάρχουν, που έρχονται για να υπάρξουν και η προηγούμενη κατάσταση της μη ύπαρξης εξυψώνεται και λατρεύεται και επιστρέφει πάντα με νοσταλγία και συντηρείται ως ελπίδα, για κάτι που δεν είναι νοσηρό, που δε φθείρεται, δεν αλλάζει και δε γεννιέται ποτέ, μα ποτέ
Δε γεννιέται ποτέ ―μα είναι ωραίο αυτό;
Όμοιος με μια κατακόρυφη, κόκκινη φυσούνα ο νότιος άνεμος απαιτεί να ξαναθέσεις σε κίνηση το σταματημένο τραίνο, ζητάς το λοξό περίγραμμα των βαγονιών να κινηθεί ξανά και να κατευθυνθεί προς τα εκεί όπου γουργουρίζουν όμορφα πρωτόγονα περιστέρια, όπου το κάλεσμα από τις αβυσσαλέες μαινάδες ηχεί σαν γλυκό, παθιασμένο άσμα … όλα να γίνουν όπως πριν ζητάς, όμορφο, όμορφο σχέδιο…
Στο τραίνο μη με ρωτάτε αν θα καθίσουν ο ένας απέναντι στον άλλο ή αν θα είναι ο ένας μέσα στον άλλο, δε γνωρίζωνασαςπω…
Αν θέλεις, μπορείς να θυμηθείς το ποίημα στο οποίο αναφέρεται το συγκεκριμένο κείμενο, κάνοντας
