Πόσες φωνές υπάρχουν μέσα μου
Για να με καταλάβεις πρέπει να νιώσεις τις φωνές. Πόσες είναι, ποιες είναι, πότε αλλάζουν, πως σπάνε όταν μια πικρή αλήθεια αιωρείται, πρέπει να αισθανθείς την αυτοκριτική, την οργή― για να με καταλάβεις, αλήθεια, πρέπει να με ακούσεις πως μιλάω.
Γιατί το ηχόχρωμα, η ψυχολογία μου δηλαδή, μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή και από το χάδι μιας απαλής μουσικής να μεταλλαχθεί σ’ ένα ύφος ψυχρό και στακάτο, καθώς οι λέξεις προχωρούν από το ειδικό προς το γενικό, Όμορφα ® να επισκευάζεις ρολόγια ® στο διάστημα της ατονίας ® κρυμμένος, αποτραβηγμένος από τα πράγματα― ιδού, ο ανθός των πραγμάτων, ο σβησμένος απόηχος των πραγμάτων― λιλιπούτεια, άναρχη, θορυβώδης επιμονή, εκκεντρική … επιμονή (εγώ;), κάποιες φορές γίνομαι σκληρή με τον εαυτό μου κάνοντας αυτοκριτική, στο αποκορύφωμα της ακαταστασίας, προς στιγμήν η θλιβερή σου επιμονή σταματά την ο-νει-ρωξική ταλάντωση των χεριών (σου), και μερικές φορές πάλι οργίζομαι, τι περιμένεις και δε μου μιλάς Πίτερ, που έχεις ριζώσει στο διάστημα σαν αποχαυνωμένος ταυρομάχος, εγώ είμαι ακόμη εδώ στην ακτή και σε περιμένω…
Όταν κοιτάζω μέσα μου όμως, δεν είμαι σίγουρη ότι ακούω μόνο τη δική μου φωνή. Ο Πίτερ δηλαδή δε μιλάει καθόλου όταν μιλάω εγώ; Αν υπάρχει αγάπη, τότε τα μάτια μιλούν το ένα μέσα απ’ το άλλο και τα λόγια και τα στόματα επίσης μιλούν το ένα μέσα απ’ το άλλο… Κι αν όπως όλα τα πλάσματα αυτής της γης κατάγομαι από κάτι ανώτερο, αυτό το ανώτερο πνεύμα δε μιλάει καθόλου μέσα από μένα;
Αν μιλάει ο Πίτερ όταν μιλάω εγώ, τότε υπάρχει μια αλαζονεία σ’ αυτά που λέει, υπάρχει σκληρότητα, ΤΙΓΚΕΡ δεν σκοτώνει η ψυχρότητα μιας τυχαίας συνάντησης κι ας αφόρητη, για λίγο τρυπά το άρρητο κι ας αχρηστεύει προς στιγμήν αυτό που έπρεπε να ειπωθεί και δεν ειπώθηκε,,, αν όμως μιλάω εγώ μέσα από τον Πίτερ, αν είμαι δηλαδή εγώ αυτή που πραγματικά μιλάει, τότε σίγουρα ο Πίτερ λέει πράγματα που εγώ δε θέλω να παραδεχτώ. Ποιο από τα δύο συμβαίνει μου είναι δύσκολο να το ξεκαθαρίσω. Αχ, όπως ξέρετε, μπορώ να κάνω μόνο μια σκέψη τη φορά και όσο κι αν έχω αλλάξει με τα χρόνια, δε μπορώ να εμβαθύνω πολύ. Ίσως να υπάρχουν και οι δυο καταστάσεις ταυτόχρονα κι αυτοί που με αγαπούν, αυτοί που μου πιάνουν το χέρι μου και με ακούν υπομονετικά που μιλάω, σ’ αυτούς να πέφτει το βάρος για ν’ αποφασίσουν τι ακριβώς συμβαίνει, όταν τα λόγια μου κατρακυλούν απ’ τα νέφη και πέφτουν στη γη…
Κάποιες φορές υποψιάζομαι πως δεν είμαι ένα πραγματικό πρόσωπο κι ότι είμαι ένα είδωλο, μια πρωταγωνίστρια, σ’ ένα έργο, που παίζεται και παίζεται και δεν τελειώνει, σαν ασπρόμαυρη ταινία που προβάλλεται σ’ έναν τοίχο, με κολλημένη την τουρμπίνα. Αν συμβαίνει αυτό, τότε το συμπέρασμα που προκύπτει, είναι ότι το ανώτερο πνεύμα που νιώθω να μιλάει μέσα από μένα, είναι ο διαταραγμένος ψυχικά συγγραφέας.
Αυτή η φωνή από ψηλά λοιπόν, που μιλά σε τρίτο πρόσωπο και είναι αυστηρή με την Τίγκερ, θα μπορούσε να είναι η φωνή του συγγραφέα, θα μπορούσε να είναι η φωνή ενός απλού αφηγητή, επίσης θα μπορούσε να ανήκει σε ένα ανώτερο πλάσμα που όλα τα ξέρει και μας έπλασε όλους, συμπεριλαμβανομένου του συγγραφέα, αλλά υποψιάζομαι και κάτι ακόμη…Υπάρχει μια δυνατότητα ακόμη. Είναι μια περίπτωση όμως, δεν είναι ντε και καλά αυτό που συμβαίνει… Νά, σκέφτομαι πως αυτή η φωνή σε τρίτο πρόσωπο, θα μπορούσε να είναι και η δική μου φωνή. Φανταστείτε πως γυρνώ το κεφάλι μου σ’ εσάς και αλλάζω ύφος, η όψη του προσώπου μου αλλοιώνεται (όπως αλλοιωμένο είναι και τ’ όνομά μου) και σε μια κατάσταση παραφροσύνης σχεδόν, μιλώ εκείνες τις στιγμές για εμένα χωρίς όμως να έχω αντίληψη ότι μιλώ για τον εαυτό μου. Αν όντως συμβαίνει κάτι τέτοιο, αναρωτιέμαι γιατί να χρειάζεται να περιέλθω σε μια τέτοια κατάσταση καταληψίας για να μιλήσω για τον εαυτό μου, γιατί δυσκολεύομαι τόσο και χρειάζεται αυτός ο ελιγμός;
Μέσω ενός τέτοιου ελιγμού, παράγονται τα πιο σπουδαία έργα τέχνης πάντως… Η ανάγκη να καταλάβεις τον εαυτό σου, να μιλήσεις γι’ αυτόν και η δυσκολία που έχεις να παραδεχτείς, σε οδηγεί στη μεταφορά και τον συμβολισμό, είναι οι πανάρχαιες πηγές της τέχνης, ένας δρόμος για να μπορέσει ο εαυτός σου να απελευθερωθεί και να μιλήσει.
Μια ψυχή την οποία φύτεψα έγινε τώρα ένα μεγάλο δέντρο. Ένα χαρωπό, μεγάλο δέντρο
Θα μπορούσε να είναι ο συγγραφέας, θα μπορούσε να είναι ένας απλός αφηγητής, θα μπορούσε να είναι ένα πάνσοφο, παντοδύναμο ον, θα μπορούσε να είναι ο Πίτερ, θα μπορούσε να είμαι κι εγώ. Πως αλληλοκαλύπτονται οι πιθανότητες, πως θολώνουν όλα. Είναι σαν την αγάπη του Πίτερ, που δεν μπορείς να καταλάβεις αν υπάρχει ακόμη… Δεν ξέρω ποια είναι αυτή η φωνή τελικά. Δυσκολεύομαι πολύ να καταλάβω.
Αλλά πως να το καταλάβω, μήπως ξέρω ποια είμαι πραγματικά;
Αν θέλεις, μπορείς να θυμηθείς το ποίημα στο οποίο αναφέρονται τα συγκεκριμένα κείμενα, κάνοντας
