Στο λογοτεχνικό κόσμο, επειδή τα πτώματα δεν είναι αληθινά, μας αρέσει να βλέπουμε αυτή τη γιγάντωση. Άλλωστε η τέχνη το κάνει αυτό, είναι ένας μεγεθυντικός φακός που μεγεθύνοντας μάς βοηθάει ν’ αντιληφθούμε καλύτερα αυτό που συμβαίνει γύρω μας. Όμως στην πραγματική ζωή η γιγάντωση, όπως και οτιδήποτε άλλο ξεπερνάει το μέτρο, δεν οδηγεί σε καλό. Η γιγάντωση ακριβώς λόγω της φύσης της, διέπεται από μια επιθετικότητα, μεγαλώνοντας καταλαμβάνει το γειτονικό χώρο ή απωθεί και τα δυο πάντως πιέζουν ένα από τα πιο βασικά στοιχεία της «ανθρωπινότητάς μας» που είναι η πολυεπίπεδη κοινωνική συμπεριφορά. Αυτός που γιγαντώνεται απομένει τελικά μόνος και όντας μόνος, χάνει όλα εκείνα τα στηρίγματα, που πριν τον βοηθούσαν να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και να προσδιορίζει τη θέση του σωστά στον υπόλοιπο κόσμο. Ο γιγαντωμένος άνθρωπος, από τη στιγμή που όλοι αυτοί που τον περιβάλλουν, απομακρύνονται από κοντά του ή απομένουν περιφερόμενοι γύρω του σαν ασήμαντα ανδρείκελα, αποστερείται το απαραίτητο δυναμικό για τη δημιουργία σύνθετων σχέσεων, με αποτέλεσμα την περίσσεια της ενέργειάς του να μην έχει τι να την κάνει και καταλήγει τελικά … να τη συσσωρεύει εντός του. Αυτό όμως είναι μια διαστροφή. Η ενέργεια όταν συμπιέζεται, σε συνθήκες στενότητας χώρου, δημιουργεί ευνοϊκές περιστάσεις για έκρηξη, αυτή τελικά τον εγκιβωτίζει και μέσα στη φούρια της αρχίζει να τον κινεί σ’ έναν στροβιλισμό με ασύλληπτη ταχύτητα, ο γιγάντιος άνθρωπος πυρακτώνεται από τον ίδιο του τον εαυτό, αναφλέγεται, ώσπου έρχεται η μανία και σαν αδηφάγο τέρας αναδύεται από εντός του, για να καταναλώσει όλη αυτή την περίσσεια, σαν μια έκρηξη καταστρέφει αυτόν και τον περίγυρό του, αφομοιώνοντάς τα όλα σε έναν ενιαίο χυλό.
…Τελικά, όταν κοπάσει ο χαλασμός, απομένουν μόνο μερικές πέτρες ως ανάμνηση: Ο τύμβος ενός καμένου σώματος και οι άνθρωποι που πλησιάζουν πάλι και οδύρονται, τώρα γι’ αυτό που έχει χαθεί.
Είναι και η εποχή μας κάπως έτσι. Γιγάντια, έχει αρχίσει να επιδεικνύει ασύλληπτες ταχύτητες, δε χωράει και σπρώχνει τα υπόλοιπα πλάσματα αυτού του πλανήτη στον αφανισμό και νά, φαίνονται κιόλας τα πρώτα σημάδια της οργής, τα πρώτα σημάδια μιας παράλογης μανίας που είναι όμως τόσο δίκαιη στο ξέσπασμά της, γιατί ποτέ δεν καταφτάνει ακάλεστη η μανία, αλλά την προσελκύει η ασθμαίνουσα αναπνοή ενός αδηφάγου τέρατος, που μεγαλώνει, μεγαλώνει και βασανίζεται, αδυνατεί, δεν μπορεί πια να χωνέψει
ο κόσμος μας το φοβάμαι, είναι κιόλας κάπως έτσι, ένα τέρας που βρυχάται, μια καταδικαστική, αυτοεπιβεβαιούμενη προφητεία, που περιμένει την αυλαία να σηκωθεί για να καλπάσει, γιατί όλα είναι ήδη εδώ, όλα συμβαίνουν, όλα είναι
Fast and furious
